Απεβίωσε ο Σωτήριος Θανόπουλος (1930 -2026)
Απεβίωσε ο Σωτήριος Θανόπουλος (1930 -2026).
Υπήρξε κι αυτός, όπως άλλωστε και εκατοντάδες συμπατριώτες του, θύμα της ναζιστικής θηριωδίας.
Γεννήθηκε στα Καλάβρυτα από τον Αντώνιο Θανόπουλο και την Ειρήνη Οικονόμου από την Κλειτορία. Έχει άλλα τρία αδέλφια τον Δημήτρη-εκτελέστηκε, τον Γιώργο και τον Βασίλη.
Ο πατέρας μου είχε μια κερδοφόρα επιχείρηση: ένα μεγάλο κατάστημα με είδη υαλοπωλείου και σιδηροπωλείου. Δύο μαγαζιά αυτού του είδους υπήρχαν στην επαρχία Καλαβρύτων: το δικό μας και του Αντωνόπουλου, του επονομαζόμενου και «Χαλκιά» Έλεγε ο εκλιπών.
Εργάστηκε αρχικά στην Αυστραλία, όπου είχε μεταναστεύσει, και στη συνέχεια στην Ολυμπιακή Αεροπορία απ΄ όπου και συνταξιοδοτήθηκε.
Όλη του η ζωή ήταν μια ζωντανή μαρτυρία και μια καταγγελία για το φρικώδες έγκλημα που διέπραξαν οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα!
Στις 13-12-1943 ο πατέρας του Αντώνιος Θανόπουλος εκτελέστηκε από τους Γερμανούς στη Λάκα του Καπή, ο αδελφός του Δημήτριος Θανόπουλος εκτελέστηκε στου Άγριου το κτήμα στο Σκεπαστό και στου Μαγέρου εκτελέστηκε ο θείος του, ο Τάκης Οικονόμου
Μαρτυρία Σωτηρίου Αντωνίου Θανόπουλου
Την Πέμπτη -9-12-43- ήρθαν οι Γερμανοί στα Καλάβρυτα. Αμέσως κάλεσαν τους προεστούς στην πλατεία, στο καφενείο «Πανελλήνιον» και ζήτησαν επιτακτικά έναν κατάλογο με τα ονόματα των Καλαβρυτινών ανταρτών. Όπως μας διηγήθηκε ο πατέρας μου, ο Πρόεδρος της Κοινότητας, ο συγχωρεμένος ο Χρήστος ο Παπανδρέου συνέταξε τον κατάλογο και τους τον παρέδωσε. Επικεφαλής έβαλε τo ένα από τα δυο του παιδιά, που ήσαν αντάρτες.
«Έχεις αφήσει κι ένα όνομα…λείπει ένας από την κατάσταση αυτή!», αντέδρασε ο Γερμανός διοικητής.
Τόσο καλά πληροφορημένοι ήσαν οι Γερμανοί.
Στη συνέχεια, διέταξαν τους προεστούς να συγκεντρώσουν τον πληθυσμό της πόλης στο χώρο της πλατείας, μπροστά από τα δύο καφενεία. Πήγαμε κι εμείς. Ο πατέρας μου, ο αδελφός μου ο Μίμης κι εγώ. Ένας Γερμανός αξιωματικός ανέβηκε στο σπίτι ιδιοκτησίας του Ανδρέα του Αντωνόπουλου –το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τον ιταλικό στρατό ως τοπικό Φρουραρχείο -βγήκε στο μπαλκόνι -που «’βλεπε» προς την πλευρά της Εκκλησίας-κι έχοντας δίπλα του ως διερμηνέα τον Επιθεωρητή της Δημοτικής Εκπαιδεύσεως Θεόδωρο Παπαβασιλείου, που ήξερε απταίστως την γερμανική, άρχισε να μας μιλάει:
«Εμείς ήρθαμε», είπε, «να διώξουμε, να κυνηγήσουμε τους αντάρτες, εσάς δεν θα σας πειράξουμε καθόλου. Θα πάτε μέσα στα σπίτια σας μέχρι νεoτέρας».
Θυμάμαι, γιατί μου ‘κανε τρομερή εντύπωση, με τι μένος κάτι Γερμανοί στρατιώτες, μετά το τέλος της ομιλίας, κλοτσούσανε τα ρολά του καταστήματος του Τζούδα. Εκ των υστέρων, ωστόσο, έδωσα την εξήγηση…
Πριν το μεσημέρι οι Γερμανοί άρχισαν την πυρπόληση των σπιτιών των ανταρτών. Ο πατέρας μου, πεπεισμένος ότι θα κάψουν και το δικό μας σπίτι, γιατί ο αδελφός μου ο Γιώργης ήταν αντάρτης, μ’ έστειλε στο θείο μου, τον Τάσο τον Κατσίνη, γιατί είχε κι αυτός το παιδί του αντάρτη, τον Μίμη και να τον ρωτήσω μήπως γνώριζε κάτι.
«Πες στον πατέρα σου να μην ανησυχεί, δεν κινδυνεύει το δικό σας το σπίτι, γιατί είναι συνεχόμενο με τ’ άλλα. Τα μεμονωμένα κινδυνεύουν», απάντησε ο θείος μου.
Αυτή ήταν η γνώμη του. Εμείς αρχίσαμε τότε να βγάζουμε τα πράγματα από το σπίτι μας και να τα κουβαλάμε στα γειτονικά σπίτια. Για τα εμπορεύματα του μαγαζιού, αδιαφορήσαμε.
Το πρώτο σπίτι που κάηκε στα Καλάβρυτα ήταν το ξενοδοχείο «Χελμός, γιατί, όπως είπαν, βρήκαν εκεί ένα στρατιωτικό σακίδιο που ανήκε σε κάποιο αντάρτη. Εμείς βλέπαμε τους καπνούς από το πίσω μέρος του σπιτιού μας που έβλεπε προς το Λαγκάδι (σ.σ. πρόκειται για τον ξεροπόταμο «Βελιάς»), και φωνάζαμε :
«Καίνε τον ‘Χελμό’», «Καίνε τον ‘Χελμό’».
Θυμάμαι πόσο γρήγορα διαδόθηκε το νέο από στόμα σε στόμα, από μπαλκόνι σε μπαλκόνι, γιατί απαγορευόταν να βγούμε έξω· οι Γερμανοί είχαν επιβάλει την πρώτη μέρα απαγόρευση της κυκλοφορίας.
Η είδηση ότι οι Γερμανοί καίνε τα σπίτια των ανταρτών μεταδόθηκε ταχύτατα. Τα σπίτια του Αθανασίου Ροδόπουλου, των αδελφών Γλαράκη, του Ανδρέα Τσαβαλά, του Κωστάκη του Γκίκα και άλλων καίγονταν. Εγώ από περιέργεια πήγα την άλλη μέρα να δω το σπίτι του Γκίκα· τι να δω; Στάχτη και αποκαΐδια…Ακόμη, θυμάμαι ότι την ίδια μέρα ο πατέρας μας, πριν τον συλλάβουν οι Γερμανοί, το μεσημέρι στο τραπέζι, μας μετέφερε ένα φοβερό νέο: ένας πελάτης μας από το Βραχνί του είπε ότι οι Γερμανοί σκότωσαν στο Σούβαρδο τους Καλαβρυτινούς Δημήτριο Κατσικόπουλο, το γαμπρό του Άγγελο Δημητρίου, φαρμακοποιό, τον Γιάννη Ροδόπουλο και τον Γεώργιο Κακλαμάνο. Και συμπλήρωσε ο πατέρας μου απευθυνόμενος στη μητέρα μου
«Ειρήνη, ξέρεις αυτοί ήσαν της Οργανώσεως».
Την Παρασκευή, 10-12-43, οι Γερμανοί ήρθαν και στο δικό μας σπίτι, για να μας κάνουν έρευνα, επειδή ο αδερφός μου ο Γιώργος ήταν αντάρτης. Ο αδελφός μου είχε συμμετάσχει στη Μάχη της Κερπινής κι είχε φέρει δυο λάφυρα (!): ένα γερμανικό σακίδιο κι ένα πακέτο επίδεσμο. Το σακίδιο δεν ξέρω που το είχαμε κρύψει, μάλλον σε κάποια άλλη αποθήκη. Τον επίδεσμο τον είχαμε βάλει σ’ ένα ντουλάπι. Και λέει ο Γερμανός:
«Τι είναι αυτό;»
«Επίδεσμος», λέει ο πατέρας μου.
«Ποιος τον έφερε;» Τι να τους πεις;
«Το παιδί μου, που είναι αντάρτης», απαντάει ο πατέρας μου. Με το αιτιολογικό λοιπόν αυτό συνέλαβαν τον πατέρα μου και τον αδερφό μου, τον Μίμη και τους οδήγησαν στο ξενοδοχείο του Δαλιάνη.
Το Σάββατο το πρωί-11-12-43- χτύπησε η καμπάνα της εκκλησίας πένθιμα. Εγώ με μια παρέα φίλων μου έτυχε να βρισκόμαστε εκείνη την ώρα στην πλατεία. Βγαίνει από την εκκλησία ο παπα-Παναγιώτης (ο καλούμενος και παπα- Καλός) μας φωνάζει και μας λέει:
«Παιδιά, ελάτε να πάρετε τα εξαπτέρυγα να πάμε στο νεκροταφείο για τη νεκρώσιμη ακολουθία των τριών γερμανών μήπως μπορέσουμε και καλοπιάσουμε τους Γερμανούς και φύγουν τα «σκυλιά» χωρίς να μας πειράξουν».
Θυμάμαι τη λέξη: σκυλιά, που είπε ο παπα- Παναγιώτης. Πήραμε τα εξαπτέρυγα και πήγαμε στο νεκροταφείο, όπου μέσα σε μια βαριά ατμόσφαιρα τελέστηκε η νεκρώσιμη ακολουθία. Οι Γερμανοί είχαν ξεθάψει τους τρεις Γερμανούς αιχμαλώτους που είχαν σκοτώσει οι αντάρτες σ’ ένα πηγάδι στου «Ξυδιά» και τους είχαν ενταφιάσει οι Καλαβρυτινοί στο νεκροταφείο, φοβούμενοι την αντίδραση των Γερμανών. Θυμάμαι ότι εκείνη η ημέρα ήταν βροχερή και ο κόσμος που είχε συγκεντρωθεί κρατούσε ομπρέλες. Και θυμάμαι, ακόμη, τα τρία φέρετρα, τρία καινούργια φέρετρα από σανίδα φτιαγμένα, τοποθετημένα πίσω από το Ιερό της εκκλησίας των Αγίων Πάντων. Τον επικήδειο λόγο εκφώνησε ο πατήρ Δωρόθεος, καθηγητής θεολογίας, ο οποίος –προς εξευμένιση των Γερμανών-καυτηρίασε την πράξη και αναφέρθηκε στα δικαιώματα των αιχμαλώτων: στην ανθρώπινη μεταχείρισή τους και στο σεβασμό της προσωπικότητάς τους. Ακολούθως, μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών απέδωσε τιμές δια πυροβολισμών. Φύγαμε από εκεί με την ανησυχία και την αβεβαιότητα της επόμενης μέρας ζωγραφισμένη στα πρόσωπά μας. Ένας θεός ξέρει τι θα μας ξημέρωνε…
Κυριακή 12-12-43. Ενώ εγώ κι η μητέρα μου προσπαθούσαμε να μεταφέρουμε τα πράγματα του σπιτιού μας σε παρακείμενα σπίτια, οι Γερμανοί ερχόντουσαν και κλέβανε από το μαγαζί μας και τις αποθήκες μας τα εμπορεύματά μας. Εντωμεταξύ, ακόμη δεν γνωρίζαμε τίποτε για την τύχη του πατέρα μου και του αδελφού μου. Σε κάποια στιγμή μου λέει η μητέρα μου:
«Παιδί μου, δεν πετάγεσαι μέχρι τον μπαρμπα-Αντρέα τον Δαλιάνη να ρωτήσεις για τον πατέρα σου και τον αδελφό σου;»
Πήγα εγώ και θυμάμαι τον μπαρμπα-Αντρέα τον Δαλιάνη που βγήκε από το Ξενοδοχείο και του λέω:
«Κύριε Δαλιάνη έτσι και έτσι. Με έστειλε η μητέρα μου να μάθω για τον πατέρα μου…». Και μου απαντά:
«Πες στην μάνα σου να μην ανησυχεί, θα τους αφήσουν ελεύθερους».
Την Δευτέρα -13-12-43, το πρωί, χτύπησε η καμπάνα.
«Τι γίνεται;»-«Τι συμβαίνει;».
«Οι γερμανοί είπαν να συγκεντρωθεί όλος ο κόσμος στο Δημοτικό Σχολείο με ψωμί και μια κουβέρτα. Τρόφιμα για μια μέρα». Βγήκαμε με τη μητέρα μου στο δρόμο. Κοντά στην Αγία Κυριακή συναντήσαμε το Γερμανό δεκανέα διερμηνέα(πιθανόν να ήταν ο περιβόητος Τένερ ή Ντόναρντ, ο οποίος παρευρισκόταν και στο σπίτι μας που γινόταν η έρευνα. Αυτός ήξερε τα ελληνικά. Γνώρισε τη μητέρα μου και της λέει:
«Κυρία μου μην ανησυχείτε ο άντρας σου είναι στο σχολείο».
Και αυτή τον ρώτησε:
«Το παιδί μου; Ο Μίμης μου;» Κι εκείνος δεν είπε τίποτα.
Προχωρώντας προς τα κάτω συναντάμε τον πατέρα μου· ερχόταν επάνω, μόνος του. Και λέει της μητέρας μου:
«Ειρήνη, εμένα με άφησαν ελεύθερο, τον Μίμη όμως τον πήραν μαζί τους. Φοβάμαι μήπως μας το σκοτώσουν το παιδί.»
Και συμπλήρωσε:
«Μάλλον οι Γερμανοί θα μας πάρουν και θα βάλουν τα γυναικόπαιδα μπροστά, φοβούμενοι μήπως οι αντάρτες τους επιτεθούν».
Και γυρίζοντας σ’ εμένα λέει:
«Σωτήρη, τι κάνεις; Φοράς τα καινούργια σου παπούτσια; Πρέπει να φορέσεις τις αρβύλες. Πήγαινε γρήγορα πίσω στο σπίτι άλλαξε παπούτσια και πάρε ένα συφερτάσι, γέμισέ το νερό και φερ’το, να έχουμε νερό».
Μέχρι να πάω εγώ πίσω να γεμίσω νερό και να το φέρω σιγά-σιγά να μην χυθεί, σχεδόν όλοι είχαν περάσει μέσα. Είμαστε από τους τελευταίους που μπήκαμε με τη μητέρα μου στο δημοτικό σχολείο.
Ο πατέρας μου είχε μπει μέσα στο σχολείο. Η μητέρα μου με περίμενε απέξω, στο διάδρομο. Στη πρώτη αίθουσα δεξιά του διαδρόμου είχαν βάλει τον πατέρα μου. Τον είδα για τελευταία φορά από το παράθυρο· ήταν μαζί με τον Ανδρέα τον Τσαπάρα· δεν τον ξαναείδα. Είχαν γεμίσει λοιπόν το δημοτικό σχολείο και οι Γερμανοί μας λένε:
«Πηγαίνετε προς το γραφείο του δημοτικού σχολείου».
Εγώ βλέποντας τον πατέρα μου από το παράθυρο φεύγω από τη μητέρα μου και πάω για να μπω στην αίθουσα που ήταν αυτός. Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη αλλά δεν άνοιγε. Η μπετούγια της λόγω φθοράς κάπου είχε σκαλώσει κι ήθελε μεγαλύτερη πίεση για να ανοίξει. Κι ενώ προσπαθούσα ν’ ανοίξω την πόρτα, ένας Γερμανός στρατιώτης σκοπός, άοπλος, που βρισκόταν στο διάδρομο με φώναζε και με χειρονομίες μου ‘δινε να καταλάβω ότι έπρεπε να φύγω από εκεί. Βλέποντας ότι εγώ επέμενα να ανοίξω την πόρτα, κάνει δυο-τρία βήματα με αρπάζει από το χέρι και μου δίνει μία σπρωξιά, οπότε φοβήθηκα και τροχάδην πάω στο ασφυκτικά γεμάτο από γυναικόπαιδα γραφείο του δημοτικού σχολείου, κοντά στη μητέρα μου.
Ανέβηκα στο παράθυρο και όπως ήταν φαρδύς ο τοίχος κάθισα. Από εκεί έβλεπα έξω. Τους τελευταίους που φέρανε ήταν ο Αγιαννιτόπουλος και ο Σαμψαρέλος, διευθυντής της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος.
«Τον Σαμψαρέλο φέρνουν!», φώναξα.
Έβλεπα Γερμανούς αξιωματικούς που στέκονταν κατά μήκος του δρόμου και κοιτούσαν προς την Εκτέλεση. Αγωνία, απόγνωση, παρακλήσεις. Τα Καλάβρυτα καίγονταν. Φωτιές, καπνοί. Το αποκορύφωμα της απογνώσεως ήταν όταν άρχισε να καίγεται το κτίριο του Άγριου όπου στεγάζονταν τα δικαστήρια. Η φωτιά δίπλα μας, την έβλεπες την αισθανόσουνα . Τότε άρχισε ο κόσμος να ανησυχεί και να φωνάζει:
«Καιγόμαστε. Καιγόμαστε. Φωτιά!»
Η ώρα ήταν 2.30. Πώς να βγεις τώρα; Εμείς ανοίξαμε το παράθυρο και κρεμαστήκαμε από κει· πηδήσαμε από κει μαζί με πολλές γυναίκες, ενώ άλλες βγαίνανε από την πόρτα. Δρασκελίζοντας την εξώπορτα, τη σιδερένια πόρτα του προαυλίου, στο δρόμο ήσαν συγκεντρωμένοι πολλοί Γερμανοί στρατιώτες, που μάλλον θα επιβιβάζονταν στο τρένο. Δεν μας επέτρεψαν να πάμε προς τα πάνω.
Τότε στραφήκαμε προς το Σταθμό. Περνώντας δίπλα από το ξενοδοχείο «Παλλάς» του Βασίλη Αναστόπουλου, με βλέπει η Όλγα η γυναίκα του, που με γνώριζε, γιατί ήμουν φίλος με το γιο της, τον Γιώργο, και μου λέει:
«Σωτήρη, σε παρακαλώ βοήθησέ με να κατεβάσω το σιτάρι κάτω. Έχω γεννήσει και δεν έχω την δύναμη».
Και ανεβαίνω τις σκάλες επάνω τις πέτρινες ( η σκάλα ήταν εξωτερική) κι έσπρωξα δύο μεγάλα τσουβάλια κάτω στην σκάλα κι αυτά κατρακύλησαν χωρίς να λυθούν. Το σπίτι τους οι Γερμανοί δεν το είχαν κάψει.
Από εκεί προχωρήσαμε και φθάσαμε στου Βαρελά το σπίτι. Στρίψαμε και πήραμε ένα δρομάκι και βγήκαμε στο Μύλο του Μάρκου. Σ’ όλο αυτόν το δρόμο υπήρχαν Γερμανοί στρατιώτες, οι οποίοι καθόντουσαν κάτω. Δεν μας πείραξε κανείς. Εκεί ακριβώς στο σημείο, στου Τζόβολου, στη διασταύρωση που πάμε για την Αγία Λαύρα εγώ άφησα την μητέρα μου και λέω: «Εγώ θα πάω στο σπίτι» και τρέχοντας ανέβαινα το δρόμο προς το σπίτι και όταν φτάνω στο ύψος που ήταν το σπίτι του Ματζάφα, δεν άντεξα από τους καπνούς και τη λάβρα και γύρισα πίσω. Προχωρήσαμε, στη συνέχεια, προς το περιβόλι μας και από κει ανεβαίνουμε στην Αγία Βαρβάρα. Περάσαμε από το σπίτι του Γυμνασιάρχη Οικονόμου που δεν είχε καεί και ήρθαμε πλέον στο σπίτι της νονάς μου και θείας μου, της Ουρανίας Οικονόμου. Τότε είδαμε ότι καιγόταν το σπίτι μας. Τρέχει η μητέρα μου στην αυλή, ανοίγει την πόρτα της αποθήκης για να τραβήξει έξω ένα μπαούλο με ρούχα, παίρνει αέρα η φωτιά και λαμπάδιασε η αποθήκη που ήταν γεμάτη ξυλεία. Κλάμα και σκουσμάρι εγώ φοβούμενος μήπως καεί η μάνα μου. Τρέχω και βρίσκω μια κατσαρόλα και άρχισα να κουβαλάω νερό από το λαγκάδι για να σβήσουμε τη φωτιά. Μάταια.
Το τραγικό νέο ότι σκοτώσανε τους άντρες το μάθαμε από μία κουμπάρα μας, την Βασίλω την Κακλαμάνου. Θα ήταν σούρουπο. Περνούσε πίσω από το Λαγκάδι και πήγαινε προς τα πάνω και λέει της μάνας μου:
«Κουμπάρα Ειρήνη, τους σκότωσαν τους άντρες»,
«Ρε, τι λες, ξέρεις τι μου λες; Πού τους σκοτώσανε;»,
«Πίσω από το νεκροταφείο. Τους σκότωσαν όλους».
Εμείς δεν πήγαμε στην Εκτέλεση, γιατί είχε πια νυχτώσει.
Τραβήξαμε προς την Καλαβρυτινή. Εκεί είχαμε ένα μικρό καλυβάκι όπου βάζαμε αγροτικά εργαλεία. Και ακριβώς από το καλυβάκι απέξω ήταν και ένα μικρό κοτέτσι. Κάποτε εκεί είχαμε κότες. Αφού γιόμισε το καλυβάκι με τις γυναίκες της γύρω περιοχής εγώ, η μητέρα μου και οι θείες μου Ξάκω και Ουρανία, αφήσαμε τις γυναίκες τις άλλες στο καλυβάκι μέσα και εμείς πήγαμε στο κοτέτσι. Και μπήκαμε με τα γόνατα μέσα εκεί και κοιμηθήκαμε. Θυμάμαι που είχα πάνω μου και κράταγα τις φωτογραφίες του πατέρα μου, λες και συναισθανόμουν ότι δεν θα τον ξανάβλεπα ποτέ!
Στην Εκτέλεση πήγαμε την άλλη μέρα, την Τρίτη. Τον πρώτο τραυματία που είδα ήταν ο Πάνος ο Νικολαϊδης που καθόταν σε μια καρέκλα στο υπόστεγο του Γυμνασίου. Ανεβαίνοντας προς τον Τόπο της Εκτέλεσης, υπήρχαν πολλά πτώματα από εδώ κι από εκεί στο μονοπάτι κατά μήκος. Φθάνοντας επάνω είδαμε αυτό το δράμα. Και αρχίσαμε να ψάχνουμε για τους ανθρώπους μας. Αλλά τι να ψάξεις; Ο ένας πάνω στον άλλον! Θυμάμαι χαρακτηριστικά τον Γιώργη τον Κανελλόπουλο, του Αργύρη, ο οποίος ήταν δυο μέτρα άντρας,. Ήταν πεσμένος με το πρόσωπο προς τα πάνω και θυμάμαι που πάτησα πάνω του για να μπορέσω να προχωρήσω μέσα. Οι κάλυκες από όπλο στρώμα.
Οι γυναίκες κατέβαζαν με τις κουβέρτες τα πτώματα κάτω στο νεκροταφείο. Μεταφέραμε και θάψαμε το θείο μου τον Σπύρο, το θείο μου τον Τάσο και τον ξάδελφό μου τον Σωτηράκη. Θυμάμαι που ακούσαμε αεροπλάνα πάνω από τα κεφάλια μας και φοβηθήκαμε και εγκαταλείψαμε τη μεταφορά των νεκρών στο νεκροταφείο νομίζοντας ότι οι Γερμανοί έρχονται να μας χτυπήσουν.
Πήγαμε πάλι το απόγευμα κι αρχίσαμε το έργο μας. Είχαν κάπως τα πτώματα αραιώσει. Στο λαγκαδάκι ήταν πεσμένος μπρούμυτα ο παπα-Καλός.
«Μαμά, κοίτα ο παπα-Καλός», είπα.
Πιο πέρα ο Ρήγας, ο υδραυλικός του Δήμου, κράταγε το κλειδί του υδραγωγείου. Βρήκαμε τον πατέρα μου στο επάνω σημείο της εκτελέσεως. Και λέει η μητέρα μου:
«Να περάσω από δω τέσσερις φορές και να μην τον αναγνωρίσω!»
Τον αναγνωρίσαμε από τα παπούτσια και από το παλτό. Του είχε πάρει μία σφαίρα το κεφάλι, του είχε αφαιρέσει το μπροστινό μέρος, είχε μείνει το σαγόνι. Και μία άλλη σφαίρα στο παπούτσι, πίσω στην φτέρνα. Και λέγαμε αν δεν τον πετύχαινε η σφαίρα στο κεφάλι θα γλίτωνε.
Τον κατεβάσαμε κάτω στο νεκροταφείο και τον θάψαμε, αφού πρώτα του αφαιρέσαμε τα παπούτσια, το παλτό, και τη λουρίδα. Με κάτι ξύλινους σταυρούς σκάψαμε τον τάφο. Τι σκάψαμε, ίσα που σκαλίσαμε το χώμα. Του πήραμε και την πετσέτα, που είχε τυλίξει το ψωμί του και κάτι αυγά. Θυμάμαι που πλύναμε τα αίματα από το ψωμί στο νερό της Καλαβρυτινής και το φάγαμε.
Για τον αδελφό μου τον Μίμη δεν ξέραμε τίποτε. Μετά μάθαμε ότι είχε εκτελεστεί με τα αδέρφια του Γιώργη του Κατσικόπουλου, στου Άγριου το κτήμα, ψηλά σε ένα καλυβάκι, το οποίο κι έκαψαν οι Γερμανοί. Τον είχαν πάρει μαζί τους για να τους μεταφέρει τα πλιάτσικο. Πήγε εκεί η μητέρα μου και ο αδελφός μου ο Γιώργος και τον θάψανε. Εμένα δεν με άφησαν να πάω, για να μην αντικρίσω το θέαμα.
Αργότερα φέραμε τα κοκαλάκια του στο νεκροταφείο.
Κάποια χρόνια μετά, ζώντας ως μετανάστης στην Αυστραλία, γνώρισα μία κοπέλα 17-18 χρονών –το γένος Γιδά από τη Βυσωκά-, η οποία τότε ήταν περίπου εννέα ετών κοριτσάκι και όταν έμαθε το όνομά μου, μου είπε:
«Ήμουν παρούσα με τη μητέρα μου και την αδελφή μου στην εκτέλεση του αδερφού σου του Μίμη. Όταν ο γερμανός έβγαλε το πιστόλι και εκτέλεσε τα παιδιά αυτά και μετά τους έβαλε φωτιά».
Την Πέμπτη ήλθε από την Κλειτορία ο αδελφός μου ο Βασίλης με μια ξαδέλφη μας και μας έφερε ένα μεγάλο ταψί με ψωμί. Μας έφερε και το μαντάτο. Οι Γερμανοί σκότωσαν στου Μαγέρου το θείο μας τον Τάκη, αδελφό της μητέρας μας, που τον είχαν χρησιμοποιήσει ως Οδηγό κατά την αναζήτηση των Γερμανών αιχμαλώτων.
Τις πρώτες ημέρες μας βοήθησαν οι Βυσωκιώτες και οι Κερτεζίτες. Ήλθαν και μας μοίρασαν ψωμί, εκεί στην πλατεία, στην εξέδρα που έπαιζε η Φιλαρμονική Καλαβρύτων. Εκεί ήταν ανεβασμένοι και μας δίνανε ψωμί. Κόβανε ψωμί και μας έδινε. Κάθισα στη σειρά και πήρα ψωμί κι έφαγα….
Μαρτυρία από το βιβλίο: «ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ 13-12-43 – Στα μονοπάτια της μνήμης», Καλάβρυτα 2011, εκδόσεις του Δημοτικού Μουσείου Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.
